Διαιτολόγος στην Θεσσαλονίκη

Άννα Κωνσταντινίδου Βιολόγος – Διατροφολόγος MSc – Διαιτολόγος. Η Βιολόγος-Διατροφολόγος Άννα Κωνσταντινίδου ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές της σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το 2009, αποφοιτώντας από το Τμήμα Βιολογίας της Σχολής Θετικών Επιστημών. Το 2013 απέκτησε Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης (MSc) από το Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας-Διατροφής της Σχολής Επιστημών Υγείας και Αγωγής του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου Αθηνών.

IDeal Nutrition…Optimum Health

Η φιλοσοφία μας

home img3

Διαιτολόγος ΘεσσαλονίκηΤο επιστημονικό κέντρο εξατομικευμένης διατροφής «nutrIDeal» είναι καρπός πολυετών σπουδών, μελέτης και επαγγελματικής εμπειρίας στις επιστήμες της Βιολογίας και της Διατροφής, οι οποίες αποτέλεσαν και τη βάση της φιλοσοφίας μας. Με γνώμονα τη βιοποικιλότητα που ορίζει τη διαφορετικότητα μεταξύ των ανθρώπων, πιστεύουμε ότι τόσο η διατροφή κάθε ατόμου, όσο και η συνολική αντιμετώπισή του, οφείλει να είναι διαφορετική, εξατομικευμένη και πλήρως προσαρμοσμένη στις δικές του ιδιαιτερότητες.

«Κάθε άτομο χαρακτηρίζεται από τη δική του διατροφική ταυτότητα, η οποία ταυτόχρονα είναι ιδανική και άρα κατάλληλη μόνο για το άτομο αυτό». Η συγκεκριμένη πεποίθηση αποτέλεσε και την έμπνευση για τον όρο «nutrIDeal», ο οποίος ενσωματώνει την ιδέα της εξατομικευμένης, της «ιδανικής» διατροφής αλλά και της «συμφωνίας» μας με το κάθε άτομο που μας εμπιστεύεται, ώστε να το βοηθήσουμε να φτάσει στον επιθυμητό διατροφικό στόχο και κατ’ επέκταση στη βέλτιστη υγεία.

Διαιτολόγος δεν σημαίνει μόνο απώλεια βάρους

Η επίτευξη ενός επιθυμητού σωματικού βάρους δεν αποτελεί το μοναδικό μας μέλημα, όπως πολύ συχνά πιστεύεται για τους Επιστήμονες Διατροφής. Πέρα από προγράμματα διατροφής, πρόσληψη ή απώλεια βάρους και αριθμούς, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα μας είναι απαραίτητοι για την παρακολούθηση της πορείας προς τον εκάστοτε στόχο, πολύ περισσότερο μας ενδιαφέρει η ρύθμιση της συνολικής υγείας – σωματικής και πνευματικής – η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις διατροφικές συνήθειες.

Η μακροπρόθεσμη διατήρηση των αποτελεσμάτων που μπορεί να επιφέρει μια διατροφική παρέμβαση αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση αλλά και το σημαντικότερο στόχο μας, ο οποίος επιτυγχάνεται μέσω της διατροφικής εκπαίδευσης.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο τρόπος διατροφής που ακολουθεί κάθε άνθρωπος αλλά και η σχέση του με το φαγητό και το σώμα του είναι μία συμπεριφορά! Με αυτό το δεδομένο, στο nutrIDeal μπορούμε όχι μόνο να ελέγξουμε αυτή τη συμπεριφορά, αλλά και να την τροποποιήσουμε προς το καλύτερο, ώστε να γίνει σύμμαχος για την επίτευξη ενός υγιούς σωματικού βάρους και ταυτόχρονα τη μακροπρόθεσμη υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής.

Οι Υπηρεσίες μας:

Διαιτολόγος - Άννα Κωνσταντινίδου

Συχνές ερωτήσεις προς έναν διαιτολόγο

Σίγουρα πρόκειται για ένα ερώτημα που δέχεται συχνά κάθε διαιτολόγος, ιδιαίτερα από άτομα που επιθυμούν να επιτύχουν αλλαγές σε συγκεκριμένα σημεία του σώματός τους. Δυστυχώς, δεν υπάρχει καμία «ειδική» ή «μαγική» δίαιτα (ή άσκηση) που να στοχεύει στην απώλεια τοπικού λίπους. Κάθε οργανισμός διαθέτει συγκεκριμένες λιποαποθήκες, οι οποίες καθορίζονται γενετικά και ως εκ τούτου το λίπος τείνει να αποθηκεύεται σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει με καμία δίαιτα ή/και άσκηση.

Ωστόσο, ακολουθώντας ένασωστά δομημένο και ισορροπημένο υποθερμιδικό πρόγραμμα διατροφής, με ταυτόχρονη αερόβια άσκηση και μυϊκή ενδυνάμωση, είναι εφικτό να μειωθεί το συνολικό λίπος του σώματος και να βελτιωθεί σημαντικά η εικόνα του, ακόμη και χωρίς το «τοπικό» αδυνάτισμα που πολλοί ενδεχομένως επιζητούν.

«Τρέφομαι υγιεινά για να χάσω βάρος»: Ένας από τους πιο δημοφιλείς διατροφικούς μύθους που ο διαιτολόγος καλείται να καταρρίψει! Για πολλούς
ανθρώπους η υγιεινή διατροφή σημαίνει αυτομάτως και λίγες θερμίδες! Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι αν σταματήσουν να καταναλώνουν «ανθυγιεινά» τρόφιμα και τα αντικαταστήσουν με «υγιεινά», θα καταφέρουν να μειώσουν το βάρος τους εύκολα! Ποιο, λοιπόν, είναι το λάθος σε αυτή την παραδοχή; Το ότι δεν υπάρχει πουθενά η παράμετρος της ποσότητας.

Κάθε τρόφιμο, είτε έχει την ταμπέλα του «υγιεινού» είτε αυτή του «ανθυγιεινού» αποδίδει θερμίδες. Επιπλέον, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχουν τρόφιμα που παχαίνουν ή αδυνατίζουν! Δεδομένου ότι για την απώλεια λίπους απαιτείται η δημιουργία ενός αρνητικού ισοζυγίου ενέργειας (δηλαδή οι θερμίδες που καταναλώνει κανείς πρέπει να είναι λιγότερες από αυτές που «καίει»), η ποσότητα στην οποία καταναλώνεται ένα τρόφιμο -έστω και υγιεινό- είναι κομβικής σημασίας.

Έτσι, ακόμη και αν επιλέγουμε να καταναλώνουμε μόνο υγιεινά τρόφιμα, υπερβάλλοντας στην ποσότητα, είναι πολύ πιθανό όχι μόνο να μην οδηγηθούμε σε αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο (και άρα να χάσουμε βάρος) αλλά ακόμη και να υπερβούμε τις ημερήσιες θερμιδικές μας ανάγκες, και άρα να προσλάβουμε βάρος! Ο διαιτολόγος μπορεί σε κάθε περίπτωση να συλλέξει τις απαραίτητες πληροφορίες και να πραγματοποιήσει τις κατάλληλες μετρήσεις, ώστε να σας καθοδηγήσει όσον αφορά στις επιλογές τροφίμων αλλά και τις ποσότητες που μπορείτε να καταναλώνετε για να μειώσετε το σωματικό σας βάρος (εάν αυτό απαιτείται) ή να το διατηρήσετε.

Οι «παρεξηγημένοι» υδατάνθρακες αποτελούν ίσως την πιο δημοφιλή κατηγορία μακροθρεπτικών συστατικών. Πολύς κόσμος θεωρεί ότι καταναλώνοντας
υδατάνθρακες και ιδιαίτερα ψωμί, πατάτες, ρύζι, μακαρόνια, θα αυξήσει το σωματικό του βάρος! Κάτι τέτοιο σαφώς και δεν ισχύει, καθώς, όπως ήδη
αναλύσαμε στην ερώτηση 2, η τροποποίηση του σωματικού βάρους στηρίζεται στη συνολική προσλαμβανόμενη ενέργεια. Κανένα τρόφιμο δεν έχει την ιδιότητα να μας «παχαίνει» ή να μας «αδυνατίζει» από μόνο του! Αρκεί να αναφέρουμε ότι 1 γραμμάριο υδατάνθρακα και 1 γραμμάριο πρωτεΐνης αποδίδουν τις ίδιες θερμίδες (4 για την ακρίβεια)!

Μάλιστα, ένας διαιτολόγος συναντά συχνά άτομα τα οποία στηριζόμενα σε τέτοιου είδους απόψεις αλλά και σε διάφορες ανορθόδοξες δημοφιλείς δίαιτες, αποκλείουν τους υδατάνθρακες, αντικαθιστώντας τους με πηγές πρωτεΐνης ή/και άλλα τρόφιμα ή ροφήματα τα οποία αποδίδουν επίσης θερμίδες, ίσως και περισσότερες από μια μερίδα υδατανθρακούχου τροφίμου. Έτσι, ακόμη και απουσία υδατανθράκων, οι θερμίδες που προσλαμβάνονται είναι αρκετές ώστε είτε κανείς να παραμείνει στο παρόν σωματικό του βάρος, είτε να το αυξήσει! Για άλλη μια φορά το κλειδί για την επιθυμητή απώλεια βάρους βρίσκεται στην ποσότητα αλλά και την εξατομίκευση και ΟΧΙ στον αποκλεισμό των υδατανθράκων ή άλλων ομάδων τροφίμων.

Ο όρος «ιδανικό βάρος» χρησιμοποιείται συνήθως από το διαιτολόγο για πρακτικούς λόγους, και περισσότερο για να μπορέσει να προσδιορίσει κάποιες παραμέτρους, απαραίτητες για την εκτίμηση της διατροφικής κατάστασης και την αξιολόγηση του εκάστοτε περιστατικού. Ωστόσο, δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο ιδανικό βάρος για κάθε άνθρωπο. Κάτι τέτοιο θα ήταν και πρακτικά αδύνατο, καθώς το σωματικό βάρος μπορεί να παρουσιάζει συνεχώς μικρές αυξομειώσεις, παραμένοντας εντός των φυσιολογικών ορίων.

Αυτό που μπορούμε να ισχυριστούμε, είναι ότι υπάρχει ένα εύρος φυσιολογικών σωματικών βαρών για κάθε άνθρωπο. Έτσι, μπορούμε να στοχεύσουμε σε αυτό το εύρος τιμών, το οποίο διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως π.χ. το ύψος, η ηλικία, η σύσταση του σώματος κ.α. Εάν θέλουμε να απλουστεύσουμε κάπως τον όρο «ιδανικό βάρος», θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το βάρος εκείνο το οποίο μπορούμε να συντηρήσουμε τρώγοντας φυσιολογικά και ισορροπημένα, χωρίς να καταπονούμε τον οργανισμό μας και το σώμα μας. Σε κάθε περίπτωση, ο διαιτολόγος μπορεί να μας ενημερώσει σχετικά και να μας καθοδηγήσει ώστε να φτάσουμε σε ένα υγιές σωματικό βάρος το οποίο μπορούμε να διατηρήσουμε μακροπρόθεσμα.

Αρχικά, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι τα συμπληρώματα διατροφής ή άλλα ειδικά σκευάσματα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να λαμβάνονται χωρίς να υπάρχουν οι αντίστοιχες ενδείξεις. Για παράδειγμα, η λήψη συμπληρώματος κάποιας βιταμίνης δεν μπορεί να γίνεται χωρίς προηγουμένως να έχουν ελεγχθεί μέσω κατάλληλης εξέτασης τα επίπεδά της. Ο διαιτολόγος, λοιπόν, πριν από κάθε παρέμβαση θα σας ζητήσει κάποιες εξετάσεις και έπειτα, εάν υπάρχει κάποια ένδειξη ανεπάρκειας ή ανάγκη για χορήγηση συμπληρωμάτων βάσει ιατρικού και διαιτολογικού ιστορικού, μπορεί να σας προτείνει κάποιο σκεύασμα ή προϊόν ειδικής διατροφής.

Σε ό,τι αφορά τις ανεπάρκειες βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων, είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί ιατρική διερεύνηση της αιτιολογίας τους, καθώς μπορεί να οφείλονται σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις οι οποίες θα πρέπει να εντοπιστούν και να θεραπευτούν έγκαιρα από γιατρό αντίστοιχης ειδικότητας.

Πολλοί διαιτώμενοι, εκ των οποίων αρκετοί αθλητές, στην προσπάθειά τους να πετύχουν γρήγορη μείωση του σωματικού τους λίπους, προμηθεύονται και καταναλώνουν (συνήθως χωρίς τη συμβουλή γιατρού ή διαιτολόγου) λιποτροπικά συμπληρώματα. Τέτοιου είδους σκευάσματα κυκλοφορούν -δυστυχώς- ευρέως στη αγορά και ενώ τα περισσότερα «υπόσχονται» θεαματικά αποτελέσματα, στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν έχουν αποτέλεσμα (στις περισσότερες περιπτώσεις) αλλά μπορεί να έχουν και σοβαρές παρενέργειες, επηρεάζοντας σημαντικά την ανθρώπινη υγεία.

Οι γνωστοί «λιποδιαλύτες» είναι ουσίες που στοχεύουν στην αυξημένη κινητοποίηση του λίπους με επακόλουθο τη μείωση της εναπόθεσής του στα λιποκύτταρα. Μπορεί να αποτελούνται από μεμονωμένα στοιχεία ή συνδυασμούς αυτών με άλλα συστατικά ή/και βιταμίνες, από φυσικά συστατικά ή/και βότανα αλλά και από φαρμακευτικές ουσίες. Τα τελευταία, ως φάρμακα, είναι και τα μόνα που μπορούν να έχουν άμεση επίδραση στο σωματικό λίπος. Ωστόσο, ΔΕΝ ΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ η λήψη τους, πόσο μάλλον χωρίς ιατρική καθοδήγηση, καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα υγείας.

Όσον αφορά στα υπόλοιπα «φυσικά» λιποτρόπα σκευάσματα, ορισμένα μπορεί να έχουν μια μικρή επίδραση στη μείωση του σωματικού λίπους, αλλά ΜΟΝΟ υπό συγκεκριμένες συνθήκες (π.χ. σε περίπτωση που κάποιος παρουσιάζει έλλειψη κάποιου ή κάποιων στοιχείων που περιέχονται στο σκεύασμα κ.α.), και πάντα συνδυαζόμενα με σωστή, εξατομικευμένη διατροφή, άσκηση και παρακολούθηση από διαιτολόγο.

Συμπερασματικά, η λήψη λιποδιαλυτών θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς είτε δεν είναι αποτελεσματική από μόνη της, είτε μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην υγεία. Δεν υπάρχει κανένα «μαγικό» σκεύασμα ή τρόφιμο που να μπορεί να οδηγήσει από μόνο του σε απώλεια βάρους. Συμβουλευτείτε το διαιτολόγο σας και υιοθετήστε σωστές διατροφικές συνήθειες ώστε να ρυθμίσετε το σωματικό σας βάρος χωρίς να επηρεαστεί η υγεία σας!

Στο άκουσμα της λέξης «διαιτολόγος» το 99% των ανθρώπων (αν όχι το 100%) σκέφτεται το αδυνάτισμα! Είναι όμως αυτή, πραγματικά, η μοναδική προσφορά του διαιτολόγου; Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Το επάγγελμα του διαιτολόγου-διατροφολόγου ανήκει στα επαγγέλματα υγείας και επομένως ως τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται.

Ένας διαιτολόγος μπορεί να αναλάβει τη διατροφική παρακολούθηση πολλών διαφορετικών περιστατικών τα οποία περισσότερο αφορούν στην υγεία παρά στην εξωτερική εμφάνιση. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι: άτομα με διαβήτη, υπέρταση, παχυσαρκία, νεφροπάθειες, γαστρεντερικές διαταραχές και άλλες παθήσεις, επαγγελματίες αθλητές (για παρακολούθηση και αύξηση της απόδοσης), εγκυμονούσες ή θηλάζουσες μητέρες, βρέφη και παιδιά, άτομα με διατροφικές διαταραχές κ.α. Τόσο στην περίπτωση που κάποιος επιθυμεί να τροποποιήσει το βάρος του για αισθητικούς λόγους, όσο και στις ειδικές περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, η συνεδρία με το διαιτολόγο δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στη σύνταξη ενός προγράμματος διατροφής και την «ευλαβική» τήρησή του από το διαιτώμενο.

Κάθε συνεδρία στοχεύει στη συνεχή αλληλεπίδραση μεταξύ διαιτολόγου και διαιτώμενου, στη διατροφική εκπαίδευση του ατόμου ανάλογα με τις δικές του ανάγκες (π.χ. φύλο, ηλικία, φυσική δραστηριότητα, ύπαρξη πιθανής παθολογικής κατάστασης, τρόπος ζωής, προσωπικοί στόχοι κ.α.) με απώτερο στόχο την ανάπτυξη υγιούς σχέσης με την τροφή. Μια αποτελεσματική συνεδρία με έναν διαιτολόγο-διατροφολόγο μπορεί να έχει πολύ καλύτερο αποτέλεσμα συγκριτικά με την αυστηρή τήρηση ενός διαιτολογίου, καθώς η διατροφική εκπαίδευση είναι η σημαντικότερη παράμετρος σε ό,τι αφορά την επίτευξη αλλά και διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους.

Επιπλέον, πέραν της παρακολούθησης του βάρους ή/και της υγείας και της διατροφικής εκπαίδευσης, οι συνεδρίες με έναν διαιτολόγο μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησης, και γενικότερα στη βελτίωση της ψυχολογίας, παράμετρος που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη διατροφική συμπεριφορά.

Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί με ακρίβεια, καθώς κάθε οργανισμός ανταποκρίνεται διαφορετικά. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι δύο άνθρωποι έχουν ακριβώς τα ίδια σωματομετρικά χαρακτηριστικά και τις ίδιες ενεργειακές ανάγκες, η εφαρμογή του ίδιου υποθερμιδικού προγράμματος και από τους δύο είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ρυθμό μείωσης του σωματικού βάρους. Η κινητοποίηση του λίπους είναι μια διαδικασία που εξαρτάται από πολλές παραμέτρους και είναι ιδιαίτερα ευμετάβλητη.

Γενετικοί, φυσιολογικοί, ορμονικοί, νευροψυχολογικοί, είναι μερικοί μόνο από τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τόσο το σωματικό μας βάρος όσο και την προσπάθεια να το μειώσουμε ή να το αυξήσουμε. Σε κάθε περίπτωση, με την εφαρμογή ενός κατάλληλα σχεδιασμένου και εξατομικευμένου προγράμματος διατροφής, το σωματικό βάρος μπορεί σίγουρα να μειωθεί, ανάλογα με τους ατομικούς στόχους κάθε διαιτώμενου. Ο διαιτολόγος μπορεί να υπολογίσει αδρά έναν «εκτιμώμενο» ρυθμό απώλειας βάρους με βάση τα σωματομετρικά σας χαρακτηριστικά και το προτεινόμενο πρόγραμμα διατροφής. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έχει ιδιαίτερη πρακτική αξία, δεδομένου ότι στην πράξη μπορεί να συμβεί κάτι εντελώς διαφορετικό.

Πάντως, ο ρυθμός απώλειας βάρους είναι κάτι που δεν θα πρέπει να απασχολεί το διαιτώμενο (ιδιαίτερα όταν δεν συνυπάρχουν σοβαρά νοσήματα που να χρήζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης)! Εξάλλου, μια υγιής τροποποίηση του σωματικού βάρους θα πρέπει να γίνεται σταδιακά, με ισορροπημένη διατροφή, και σαφώς δίχως στερήσεις και απότομες μεταβολές!

Αρχικά, ας αφιερώσουμε λίγες γραμμές στην εξήγηση του όρου «δυσανεξία». Πρόκειται για μια μη φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού η οποία εμφανίζεται έπειτα από την κατανάλωση ενός τροφίμου ή κάποιου συγκεκριμένου συστατικού του (αντιγόνα). Οι τροφικές δυσανεξίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ των προσλαμβανόμενων αντιγόνων (που στην προκειμένη περίπτωση περιέχονται στα τρόφιμα που καταναλώνονται), και συγκεκριμένων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, με αποτέλεσμα την εμφάνιση συμπτωματολογίας σε ένα ή περισσότερα όργανα/συστήματα του οργανισμού (π.χ. ναυτία, έμετο, φούσκωμα, διάρροια, ακμή, κνίδωση κ.α.).

Οι πιο γνωστές τροφικές δυσανεξίες είναι: η δυσανεξία στη γλουτένη, στη λακτόζη, και στη φρουκτόζη. Η ύπαρξη μιας τέτοιας κατάστασης μπορεί να διαγνωστεί μέσω κατάλληλης κλινικής εξέτασης αλλά και διεξαγωγής ειδικών εξετάσεων που συνταγογραφούνται και αξιολογούνται από γιατρό αντίστοιχης ειδικότητας, ενώ χρήζει ιδιαίτερης διατροφικής φροντίδας, καθώς συχνά η θεραπεία απαιτεί αυστηρό αποκλεισμό του υπεύθυνου συστατικού-αντιγόνου. Ωστόσο, η διαπίστωση μιας μορφής δυσανεξίας δεν συνδέεται με κανέναν τρόπο με την τροποποίηση του σωματικού βάρους, και άρα δεν σχετίζεται με την προσπάθεια κάποιου να αδυνατίσει. Με άλλα λόγια, δεν σημαίνει πως ένας άνθρωπος με διαγνωσμένη δυσανεξία π.χ. στη λακτόζη, θα δυσκολευτεί να χάσει βάρος ή θα πρέπει να κόψει τη λακτόζη επειδή «τον παχαίνει».

Ο λόγος αποφυγής (ή αποκλεισμού από τη διατροφή) του υπεύθυνου αντιγόνου είναι αποκλειστικά η εξάλειψη των ανεπιθύμητων συμπτωμάτων και η εξασφάλιση της βέλτιστης υγείας του ατόμου. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι η χρήση διαφόρων τεστ δυσανεξίας που κυκλοφορούν στο εμπόριο και πλασάρονται ως «θαυματουργά» στην απώλεια βάρους (έλεγχος αντισωμάτων IgG, Alcat ή Nutrontest, τεστ καρδιακών παλμών, Vega τεστ κ.α.), όχι μόνο δεν έχουν καμία σύνδεση με την προσπάθεια κάποιου να μειώσει το βάρος του, αλλά στερούνται επιστημονικής τεκμηρίωσης και διαγνωστικής αξίας, και ως εκ τούτου μπορούν να χαρακτηριστούν ως παραπλανητικά.

Τέλος, σύμφωνα με γνωμοδότηση του Υπουργείου Υγείας, όλα τα εναλλακτικά «διαγνωστικά τεστ» τροφικής δυσανεξίας είναι παράνομα και δεν επιτρέπεται η εφαρμογή τους. Κανένας επιστήμονας υγείας, και άρα κανένας διαιτολόγος, δεν θα προωθούσε τέτοιου είδους τακτικές, που όχι μόνο δεν έχουν κάτι να προσφέρουν στην κλινική πρακτική αλλά παραπλανούν και εξαπατούν τον πελάτη-ασθενή τους.

Δεδομένου ότι η διατροφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υγεία μας, ο διαιτολόγος, πριν την έναρξη οποιασδήποτε διατροφικής παρέμβασης, θα πρέπει να αξιολογήσει κάποιες βασικές παραμέτρους, συνήθως μέσω αιματολογικών εξετάσεων. Απαραίτητη είναι μια γενική αίματος, καθώς επίσης και ορισμένες βιοχημικές εξετάσεις, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τη λειτουργία του παγκρέατος, των νεφρών και του ήπατος (γλυκόζη νηστείας, χοληστερόλη, ουρία-ουρικό οξύ-κρεατινίνη, ηπατικά ένζυμα κ.α.).

Ιδανικά, οι εξετάσεις θα πρέπει να έχουν διεξαχθεί πρόσφατα, δηλαδή να μην έχει μεσολαβήσει διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών, ώστε να είναι αντιπροσωπευτικές. Σε ειδικές περιπτώσεις, που κυρίως αφορούν σε κλινικά περιστατικά, μπορεί να ζητηθεί επιπλέον ορμονικός έλεγχος, αλλά και διάφοροι άλλοι δείκτες, ανάλογα με το ιατρικό και διαιτολογικό ιστορικό, ώστε να γίνει μια πλήρης εκτίμηση της υγείας αλλά και της διατροφικής κατάστασης του ασθενούς πριν την έναρξη της παρέμβασης.

Άρθρα και Συνταγές

ΜΕΓΕΘΟΣ Α- Α+